Big Ban:
α) κοσμολογική θεωρία περί του τέλους των πάντων.
Π.χ. What started with a Big Bang will end with a Big Ban.
β) Προτεινόμενη λύση στο πρόβλημα της εξάρτησης, με δυσμενείς επαγγελματικές και κοινωνικές επιπτώσεις, πλείστων μελών από το φόρουμ.
Ray-ban: θανατηφόρα ακτίνα την οποία εξαπολύουν οι mods κατά βούληση, όταν φτάνει ο κόμπος στο χτένι.
Βanτάρω: φλερτάρω επικίνδυνα με το ban
Βanιστήρι:το δημόσιο banning προς τέρψιν των υπολοίπων
Μπανιέρα:όταν το μπαν γίνεται μανιέρα.
Μπάνικος: μέλος φόρουμ ο οποίος κινδυνεύει να υποστεί μπαν με την αντιδεοντολογική συμπεριφορά του.
Π.χ. Είναι πολύ μπάνικος, τα θέλει ο κ…ος του!
Βanανία: το βαρετό μέρος όπου θα βρεθεί όποιος φάει ban και δεν μπορεί να συμμετέχει πια σ' αυτές τις συναρπαστικές συζητήσεις.
Βanανιά: όταν τρως ban κατακέφαλα
Αbandonner: Εναντιώνομαι στην εξουσία που έχουν οι μοντ να δίνουν bans. Με άλλα λόγια, κάνω εbanάσταση!
Autoban :λεωφόρος στην οποία πορεύεται συντονιστής φόρουμ όταν δεν μπορεί να βάλει φρένο στο δικό του ποσοστό συμμετοχής.
Ποστριβές, οι:Το φαινόμενο ανταλλαγής ποστ εν θερμώ και οι επακόλουθες εντάσεις.
Ποστιά:Ύπουλο, ανέντιμο ποστ μέλους
Ποστάτης: νόσος προκαλούμενη από το κατά συρροή ποστάρισμα στα φόρουμ.
Ραπόστισμα: επίλυση διαφορών με ποστ σε αυστηρό τόνο, προς γνώση και συμμόρφωση
Φλόρουμ: το ξενέρωτο φόρουμ.
Σεξαλώνω: Παραδίνομαι στα ανομολόγητα ζωώδη ένστικτά μου
Πηδύλλιο (ουσ. ουδ.): Σχέση που συνάπτεται με ιδιαιτέρως... συγκεκριμένο σκοπό.
Μουναχοφάης (ουσ. αρσ.): Αυτός που γνωρίζει φιλικά πολλές γυναίκες, αλλά δεν θέλει να τις γνωρίσει στους φίλους του.
Ακίνητρο:Η έλλειψη κινήτρου που συχνά παρουσιάζεται σε θηλυκές υπάρξεις, όταν μαθαίνουν ότι ο άντρας που γνώρισαν δεν διαθέτει ακίνητη περιουσία.
Πορνομιούχος: ο έχων πρόσβαση σε ερωτικές ταινίες
Καλαντόμος (ο/η). ουσ. Αυτός που δίνει γερή αμοιβή στα παιδιά που λένε τα κάλαντα.
Αρρωστούργημα (ουσ. ουδ.): Έργο τέχνης με φρικτό θέμα αλλά αδιαμφισβήτητη καλλιτεχνική αξία.
Ρόφτυμα (ουσ. ουδ.): Ο καφές που σερβίρεται σε σταθμούς ΚΤΕΛ, καράβια κ.λπ.
Φοροδιαφυλή (ουσ. θηλ.) πασίγνωστη φυλή της Ν. Ευρώπης, που δεν τα πάει καλά με τους φόρους.
Μπελάτης: πελάτης δύστροπος, σκέτος μπελάς
Εγκρεμότητα: εκκρεμότητα βασανιστική, του στιλ 'μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα'
Καμουπλαζ: Τα υπερμεγέθη πουκάμισα που φοράνε μερικοί άνδρες για να κρύψουν το εβδομο δαχτυλίδι γύρω απο την μέση (μαζί με τα άλλα έξι).
Γίγαντεσβατ: Η προτεινόμενη μονάδα μέτρησης ηλεκτρικής ισχύος απο την εκμετάλλευση οργανικού μεθανίου.
Μπεσσιμισμός (ουσ. αρσ.) Αυτό το συναίσθημα που σε καταβάλλει όταν ακούς Μπέσσυ Αργυράκη στο ραδιόφωνο.
Σκυλοπυρηνικός (ουσ. αρσ.): Αγριόμαγκας σε σκυλάδικο Γ' κατηγορίας.
μπάφκετ (ουσ. ουδ.) το αγαπημένο άθλημα των χασισοπότηδων
Ναργιλέκο : (ουσ.ουδ.)Ειδικό ενδυμα με ενσωματωμενη καπνιστική συσκευή για τους αληθινά εθισμένους.
Τριπκατάρατος-η (αρσ./θηλ.) "καταραμένος/η" να τρέφει ιδιαίτερη συμπάθεια σε ψυχεδελικές ουσίες.
Παπαρίζω (ρημ.): αραδιάζω πλήθος μεγαλοστομιών περί εθνικής υπερηφάνειας κ.λ.π., με αφορμή τη νίκη στη Eurovision.
Ζαρακίρι (ουσ. ουδ.) αυτοκτονικές τάσεις που καταλαμβάνουν κάποιον μετά την πρώτη πλύση ενδυμάτων αγορασμένων από το Ζάρα.
Ζαρακεταμόλη (ουσ. θηλ.) ισχυρή αναλγητική ουσία που συστήνεται για τη θεραπεία των παραπάνω περιπτώσεων
Παραπουλεύτρα (ουσ. θηλ) οικιακή βοηθός που βρίσκει την ευκαιρία και την πουλεύει με όλα τα τιμαλφή του σπιτιού.
Σιδεροβέφαλος-η (ουσ. αρσ/θηλ.) αυτός/η που αντέχει ολόκληρο τηλεοπτικό πρωινό με τη Βέφα και τις συνταγές της χωρίς να αυτοτραυματιστεί
Πονοβέφαλος: σύμπτωμα που εμφανίζεται μετά από παρακολούθηση εκπομπής της Βέφας Αλεξιάδου
Νυθείτσα (ουσ. θηλ.): εκείνη η φρικτή και δόλια θεία του καθενός μας, αστείρευτη πηγή κακεντρεχών σχολίων για όλους γύρω της.
Πιτσαβούρα (ουσ. θηλ.): άνοστη, κακοφτιαγμένη πίτσα.
Πουλιτάλαντος (επιθ. ουσ.): εκείνος που γνωρίζει πολλές τεχνικές ικανοποίησης της συντρόφου του στο κρεβάτι.
Εξωλέσβια (ουσ. θηλ.): πρώην εν κρυπτώ λεσβία, η οποία έκανε το outing της
Μουνιβέλα (ουσ. θηλ.): με αυτή παίρνει μπροστά ο άντρας...και κάνει ένα σωρό ανοησίες.
Πανοραματιστής-τρια (ουσ. αρσ/θηλ.) Νεόπλουτος/η Σαλονικιός/α που οραματίζεται βίλα στο Πανόραμα
Παρόσχημα :δικαιολογία που σκαρφίζονται οι εργαζόμενοι για να εξοικονομήσουν επιπλέον μέρες άδειας και να μείνουν στο νησάκι.
Πουραυλάκατος (ουσ. θηλ.) ταχύπλοο που οδηγούν εξηντάρηδες γεμιτζήδες και προσβάλουν βάναυσα την αισθητική μας
Θανοσιούργημα (ουσ. ουδ.) κάθε νέο μουσικό έργο του Θάνου Μικρούτσικου
Ψιχοβγάλτης (επιθ.) : Αυτός που αφαιρεί την ψίχα απο το ψωμί αφήνοντας την κόρα για τα κορό-ιδα.
Φλωρομίσθιος (επιθ.) : Χρησιμοποιείται κυρίως για τους εργαζόμενους που ανέχονται κάθε εκμετάλλευση στον χώρο εργασίας φοβούμενοι μήπως απολυθούν.
Χωροφύβλακας: ο τυπικός έλληνας αστυνομικός
Ξεχνοκοιτάζω (ρημ.): ξεχνιέμαι και ξενοκοιτάζω, ενώ είμαι μαζί με την/τον σύντροφό μου. (Σε καταστάσεις παθολογικού ναρκισσισμού, απαντάται και στην παθητική φωνή).
ντροπολογία (ουσ. θηλ.): εξευτελιστική για τους πολίτες νομοθετική ρύθμιση.
Ξιππασία και Κατινάζ: νέα ολυμπιακά αθλήματα, στα οποία αναμένεται να διαπρέψουμε ως έθνος.
Εκλέργα: Η εσπευσμένη ασφαλτόστρωση των δρόμων μιας περιοχής, λίγες εβδομάδες πριν τις εκλογές, ώστε να θυμηθούν οι κάτοικοι την ύπαρξη του δημάρχου.
Κατσεστώς: όταν το καθεστώς έχει κάτσει στο σβέρκο των πολιτών.
Διαπρήκτης: Μετεξέλιξη του γνωστού μας διαρρήκτη. Ο διαπρήκτης πλέον βαριέται θανάσιμα να ψάξει όλο το σπίτι για να βρει 100 ευρώ που έχεις ξεχάσει στο βαζάκι με το φλισκούνι και σου πρήζει το κεφάλι (τηρώ τα προσχήματα) να αποκαλύψεις οικειοθελώς την κρυψώνα των τιμαλφών.
Δυσπεσία: ο κόμπος που δημιουργείται στο στομάχι από την αδυναμία προσέγγισης ατόμων που μας ελκύουν.
Πεφτικό σύστημα: η τεχνική ή η μέθοδος που χρησιμοποιεί κάποιος κατά το πέσιμο με σκοπούς σεξουαλικούς.
Δανεικόβλητος: Αυτός που διακατέχεται από πανικό λόγω συσσώρευσης χρεών
Κοινοπρηξία (ουσ. θηλ.): η μυστική συμφωνία των φίλων σου να σου τα πρήξουν για κάποιο θέμα. (συνώνυμο: σύμπρηξη).
Γαμούσι (ουσ. ουδ.): το ψέμα που λες στους φίλους όταν καυχιέσαι ότι χτες βράδυ έκανες "κάτι" με κάποια ενώ στην πραγματικότητα δεν έκανες τίποτα.
Κοκκωτίτιδα (ουσ. θηλ.): Φλεγμονή του έξω ωτός, η οποία προκαλεί υπερτριχοφυΐα στις φαβορίτες.
Ακαφελόγιστο: η απόδοση της μειωμένης αντίληψης και ευστροφίας στη μη πρόσληψη καφεΐνης.
*
Από http://www.translatum.gr