Μια μικρή παρέκβαση. Προσωπικά όταν ταξιδεύω, συνηθίζω να σέβομαι το χώρο και το μέσο με το οποίο ταξιδεύω. Περιμένω υπομονετικά, μπαίνω ήσυχα στο αεροπλάνο, χαιρετώ το πλήρωμα, τακτοποιούμαι όσο πιο γρήγορα μπορώ στη θέση μου και φροντίζω σε κάθε ταξίδι μου να έχω μια αλλαξιά καθαρά ρούχα για τις πτήσεις (το flight suit μου), ειδικά όταν είμαι στη μπίζνες.
Κάποτε παραπονέθηκα σε ένα φίλο για την «ποιότητα» των συνεπιβατών, σε πτήση μου στη business ελληνικής εταιρείας και η απάντησή του αποτέλεσε ένα πολύ σημαντικό μάθημα για μένα: στη μπίζνες (κατά προέκταση, στο αεροπλάνο) μπαίνουν αυτοί που έχουν την οικονομική δυνατότητα να μπουν. Η αεροπορική δεν κάνει face control σε όσους μπαίνουν, για το πώς είναι ντυμένοι, πόσο περιποιημένοι είναι, αν έχουν στοιχειώδεις τρόπους συμπεριφοράς και ευπρέπειας σε ένα δημόσιο χώρο. Σε αυτήν τη συναλλακτική σχέση, την αεροπορική την ενδιαφέρει: α) να πάρει τα λεφτά της, β) οι επιβάτες να φύγουν ευχαριστημένοι και γ) οι επιβάτες να μη θέτουν σε κίνδυνο την ασφάλεια της πτήσης. Όλα τα υπόλοιπα είναι προσωπικές «προεκτάσεις» της εικόνας που έχουμε ο καθένας για το αεροπορικό ταξίδι ή και την premium εκδοχή του.
Το αεροπορικό ταξίδι έχει γίνει πλέον τόσο προσιτό, που είναι σίγουρα ανώφελο να σκεφτόμαστε με δεδομένα jet set και ίσως εντελώς αποκαρδιωτικό όταν γνωρίζουμε τους συνεπιβάτες μας. Όπως από το Queen Mary II καταλήξαμε να ταξιδεύουμε με Blue Star II και από το Orient Express καταλήξαμε στα Freccie, τα Talgo και τα Desiro, έτσι κι από τα χρυσά μαχαιροπήρουνα και τα λινά τραπεζομάντηλα της Πρώτης Θέσης καταλήξαμε στη μπίζνες LHR-ATH που παραπέμπει σε Economy LCA-ATH δεκαετίας 1990, οπότε καλώς ή κακώς αυτό είναι πλέον το αεροπορικό ταξίδι, αυτοί είμαστε εμείς και αυτοί είναι οι συνεπιβάτες μας και οι επισκέπτες της χώρας μας.
Για την ιστορία, το σέρβις της συγκεκριμένης πτήσης ήταν απείρως πιο sloppy από τους συνεπιβάτες.